Θα καταφέρει η ΤΡΑΙΝΟΣΕ να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων στο σιδηρόδρομο;

Από διηγήσεις, πολλοί από εμάς έχουμε ακούσει πως κάποτε υπήρχε μία εποχή που ο κόσμος είχε εμπιστοσύνη στον Ελληνικό σιδηρόδρομο. Το σίγουρο είναι ότι από τότε έχουν περάσει δεκαετίες και σήμερα η πλειοψηφία των επιβατών που επιλέγουν το τρένο το κάνουν επειδή απλά είναι ο φθηνότερος τρόπος μετακίνησης προς τον προορισμό τους. 

Καθώς οδεύουμε προς τα δύο χρόνια από την ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, είναι εμφανές πως τίποτα δεν έχει ακόμα αλλάξει προς το καλύτερο. Επιπλέον, δεν υπάρχουν καν εξαγγελίες για το τι θα πρέπει να περιμένουμε στο μέλλον.

Αυτή τη στιγμή, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, αλλά και όλοι οι εμπλεκόμενοι με τον ελληνικό σιδηρόδρομο, φαίνεται να έχουν στηρίξει τις ελπίδες τους στα δρομολόγια υψηλών ταχυτήτων στη γραμμή Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Αν και οι εργασίες  ηλεκτροκίνησης στη γραμμή έχουν ολοκληρωθεί, θα χρειαστούν ακόμα αρκετοί μήνες για την ολοκλήρωση της έργων της σηματοδότησης, τηλεδιοίκησης και του ECTS, του σύγχρονου συστήματος για την ασφάλεια της κυκλοφορίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη μέγιστη ταχύτητα των δρομολογίων και τον αριθμό τους.

Φτάνει όμως αυτό για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επιβατών; Σίγουρα όχι. Η ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα έχει να διανύσει ένα μακρύ δρόμο. Θα πρέπει να αποδείξει πως μπορεί να διατηρήσει ένα υψηλό standard εξυπηρέτησης και αξιοπιστίας δρομολογίων σε συνδυασμό με τιμές που θα είναι ανταγωνιστικές των υπόλοιπων μέσων (αεροπλάνα, ΚΤΕΛ). Και φυσικά με απόλυτη ασφάλεια χωρίς περιστατικά που μπορούν να βάλουν σε κίνδυνο ή ακόμα και να προκαλέσουν την ταλαιπωρία των επιβατών.

Για πολλούς όμως Αθηναίους τίποτα από αυτά δεν θα έχει σημασία αν η ΤΡΑΙΝΟΣΕ συνεχίσει να αγνοεί το μέσο με το οποίο μετακινούνται καθημερινά: τον Προαστιακό σιδηρόδρομο.

Καταρχάς, θα πρέπει να υπάρξουν άμεσες ενέργειες για την αποκατάσταση της ασφάλειας στα δρομολόγια: συνεργασία με ΟΣΕ και υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών για την άμεση αποκατάσταση βλαβών και ολοκλήρωση των έργων στα συστήματα σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης και συνεργασία με την αστυνομία ή με εταιρείες σεκιούριτι για την αποκατάσταση της ασφάλειας στα δρομολόγια της δυτικής Αττικής, εκεί όπου το εμπόριο και η χρήση ναρκωτικών γίνεται μέσα στα τρένα και στους σταθμούς, και την προστασία τμημάτων του δικτύου από δολιοφθορές.

Στη συνέχεια, θα πρέπει να αποκατασταθούν οι βλάβες και να επανέλθουν σε άριστη κατάσταση λειτουργίας (αλλά και καθαριότητας) οι συρμοί που χρησιμοποιούνται για τα δρομολόγια του Προαστιακού, ενώ οι ελλείψεις θα πρέπει να διορθωθούν μέσω αγοράς νέου τροχαίου υλικού ή έστω μεταφοράς από άλλες χώρες της Ευρώπης.

Εξίσου σημαντική είναι η αποκατάσταση των βλαβών και η επίλυση προβλημάτων στους σταθμούς του Προαστιακού. Από τα μεγαλύτερα (έλλειψη πυρασφάλειας, στατικά προβλήματα, ηλεκτρολογικά κλπ) ως τα μικρότερα (καθαριότητα, φωτισμός, οθόνες δρομολογίων, ενημερωτικές πινακίδες, αυτόματα μηχανήματα εισιτηρίων) κλπ. Αν και την ευθύνη για τις υποδομές την έχει ο κρατικός ΟΣΕ, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα πρέπει επιτέλους να δώσει λύσεις ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως εργασίες πρέπει να γίνουν με δική της χρηματοδότηση και μέσα. 

Εξυπακούεται πως άμεση προτεραιότητα πρέπει να δοθεί και στην πύκνωση των δρομολογίων και επέκταση του ωραρίου λειτουργίας μέσω της τοποθέτησης μέρους των νέων μηχανοδηγών που εκπαιδεύονται στον Προαστιακό της Αθήνας αλλά και η πρόσληψη ακόμα περισσότερων. 

Τέλος, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ θα πρέπει να ρίξει βάρος και στην εξυπηρέτηση των πελατών μέσω πρόσληψης προσωπικού για όλους τους σταθμούς και βελτίωση της ενημέρωσης των επιβατών με την χρήση και της τεχνολογίας (τηλεματική, εφαρμογές, σύστημα εισιτηρίων, wifi κλπ). 

Δεδομένου του ότι η εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε ένα προϊόν ή υπηρεσία χτίζεται σε βάθος χρόνου και διαλύεται σε μία στιγμή, η ΤΡΑΙΝΟΣΕ έχει μπροστά της μία πολύ δύσκολη αποστολή. Τα θριαμβευτικά δελτία τύπου που θα δούμε οσονούπω ενόψει των νέων δρομολογίων δεν θα σημαίνουν τίποτα τη στιγμή που χιλιάδες επιβάτες ταλαιπωρούνται έως και καθημερινά μέσα σε άλλα τρένα. Ήδη, η εταιρεία έχει μείνει πολύ πίσω αφού δύο σχεδόν χρόνια μετά την ιδιωτικοποίηση, η πλειοψηφία των επιβατών εξακολουθεί να έχει τη χειρότερη γνώμη για τις υπηρεσίες της.