ΟΣΕ: Το πρόβλημα είναι η ιδιωτικοποίηση και η λειτουργία της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και όχι οι σταθμοί του Προαστιακού

Πόλεμος ανακοινώσεων έχει ξεσπάσει ανάμεσα στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ και το διαχειριστή της συγκοινωνιακής υποδομής ΟΣΕ, σχετικά με την κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου.

Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ μέσω της οποίας η ιδιωτική εταιρεία έριχνε την ευθύνη για την «τραγική κατάσταση» στην οποία βρίσκονται οι σταθμοί του Προαστιακού Σιδηροδρόμου και του υπόλοιπου δικτύου στον ΟΣΕ, ο δημόσιος οργανισμός απάντησε με νέα ανακοίνωση.

Στην ανακοίνωση του ΟΣΕ γίνεται λόγος για ζημιά του δημοσίου από την ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και για προβλήματα που έχουν οι επιβάτες από τη λειτουργία της εταιρείας.

H κατάσταση των σταθμών του Προαστιακού δικαιολογείται από τον ΟΣΕ ως αποτέλεσμα των επιβαρύνσεων που αναγκαστικά προκαλούνται από την υλοποίηση νέων και σημαντικών έργων που προφανώς δεν ισχύει για την πλειοψηφία των σταθμών του Προαστιακού

Θύμα της μάχης του δημοσίου με την ιδιωτική εταιρεία φαίνεται πάντως ότι θα είναι οι επιβάτες και ο ελληνικός σιδηρόδρομος…

Η ανακοίνωση του ΟΣΕ:

Με έκπληξη και με λύπη ο ΟΣΕ πληροφορήθηκε την ανακοίνωση ιδιωτικής εταιρείας παροχής επιβατικού έργου στον ελληνικό σιδηρόδρομο, σχετικά με τη διαχείριση και τη συντήρηση των υποδομών των σταθμών και είναι υποχρεωμένος να πάρει θέση.

Καταρχήν το γεγονός ότι η κατάσταση των υποδομών βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο, ως αποτέλεσμα των επιβαρύνσεων που αναγκαστικά προκαλούνται από την υλοποίηση νέων και σημαντικών έργων, είναι μια πραγματικότητα. Τα έργα αυτά ολοκληρώνονται με ρυθμούς παράδοσης που χαρακτηρίζονται ραγδαίοι, σε αντίθεση με την πραγματικότητα που επικρατούσε μέχρι το 2014.

Θα πρέπει να επισημανθεί επιπλέον το γεγονός ότι με απόφαση της ελληνικής πολιτείας, ο ΟΣΕ επιβαρύνθηκε με συνολική ζημία άνω των 700 εκατομμυρίων εύρω, προκειμένου να καταστεί εφικτή η ιδιωτικοποίηση της συγκεκριμένης εταιρείας παροχής σιδηροδρομικού έργου.

Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης της εταιρείας, ήδη από το 2008 συμπαρέσυρε και ολόκληρο το προσωπικό διαχείρισης σταθμών που ήταν διαθέσιμο στον ΟΣΕ με αποτέλεσμα τη διαρκή και μόνιμη υποστελέχωση του, μέχρι σήμερα.

Με δεδομένα τα παραπάνω, ο ΟΣΕ έχει καταβάλλει τα μέγιστα των προσπαθειών προκειμένου να εξυπηρετήσει τόσο τους παρόχους σιδηροδρομικού έργου όσο και τους επιβάτες γενικότερα.

Για την τεκμηρίωση των παραπάνω σημειώνουμε:

  1. Την προσπάθεια ενεργοποίησης και ένταξης σε παραγωγική λειτουργία από τον ΟΣΕ, των συστημάτων ενημέρωσης των επιβατών και την παροχή πληροφορίων, που παρά το γεγονός ότι παρελήφθησαν την προηγούμενη δεκαετία , παραμένουν ανενεργά.
  2. Τη δημιουργία ειδικής διεύθυνσης στον Οργανισμό που θα εξειδικεύεται στην αντιμετώπιση των προβλημάτων των επιβατών, παρέχοντας και την κατάλληλη στελέχωση (παρά το ήδη ελλιπές προσωπικό του και ευρύτερα τους περιορισμένους πόρους του). Επισημαίνονται επίσης η ασάφεια και τα κενά σε θεσμικά ζητήματα αρμοδιοτήτων που επέφερε ο Νόμος 3891/2010.
  3. Την υλοποίηση στο πλαίσιο του επιχειρησιακού του προγράμματος, ενός ανεπτυγμένου σχεδίου δράσης για την συντήρηση και την ανάπτυξη των σταθμών με σημαντικό προϋπολογισμό και διάθεση ίδιων πόρων.
  4. Την υπεράνθρωπη προσπάθεια του προσωπικού του να εξυπηρετεί τους επιβάτες σε όλα τα επιμέρους ζητήματα που προκύπτουν, παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητες αυτές στη διεθνή σιδηροδρομική πρακτική αποτελούν αντικείμενο των παρόχων σιδηροδρομικού έργου.

Φαίνεται σαφώς από τα παραπάνω και από τα διαφαινόμενα στη σιδηροδρομική πραγματικότητα της χώρας, ότι ο μόνος στη χώρα που πραγματοποιεί επενδύσεις και συμβάλει αποτελεσματικά στην αλλαγή της πραγματικότητας προς ένα καλύτερο αύριο είναι ο δημόσιος χώρος με τη συμβολή της πολιτείας.

Τέλος μας δημιουργεί πολλά ερωτηματικά η ανακοίνωση της ιδιωτικής εταιρείας, την ίδια ώρα που δημοσιεύτηκε έρευνα της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ)[1] για το επίπεδο ικανοποίησης των επιβατών στις μετακινήσεις με τραίνο, σύμφωνα με την οποία οι κύριες αιτίες παραπόνων (83,91% του συνόλου) στον σιδηρόδρομο αφορούν τις υπηρεσίες, την κατάσταση του τροχαίου υλικού, την τιμολόγηση μέσα στις αμαξοστοιχίες, τα δρομολόγια και όχι στους σταθμούς του δικτύου.

   Ειδικότερα στην κοινοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας αναφέρονται τα εξής:

  • «Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το επιβατικό κοινό κατά τη μεταφορά του με το Σιδηρόδρομο αφορά στην εφαρμοζόμενη τιμολογιακή πολιτική. Στην κατηγορία αυτή («Τιμολογιακά») εκτός από τα παράπονα που αφορούν την τιμή του εισιτηρίου, υπάρχουν κι εκείνα που αφορούν σε θέματα επιστροφής χρημάτων ή συμψηφισμού ή αλλαγής εισιτηρίου κ.λπ.
  • Οι πέντε (5) πρώτες σε αριθμό παραπόνων κατηγορίες, είναι τα «Τιμολογιακά», τα «Λοιπά» (περιλαμβάνονται παράπονα που αφορούν προτάσεις επανεκτίμησης παλιών δρομολογίων ή δημιουργίας νέων, διευκολύνσεις πληρωμών, παράπονα για έλλειψη θέρμανσης – ψύξης ή εξαερισμού εντός των αμαξοστοιχιών κ.λπ.), οι «Καθυστερήσεις», οι «Πληροφορίες» και το «Προσωπικό» και αποτελούν το 83,91% του συνόλου των παραπόνων».

Όπως προκύπτει από την έρευνα οι δύο βασικότερες αιτίες παραπόνων των επιβατών αφορούν στη λειτουργία της ιδιωτικής εταιρείας και όχι του διαχειριστεί υποδομής, δηλαδή του ΟΣΕ.

[1] Επισυνάπτεται η σχετική ιστοσελίδα της ΡΑΣ