Πώς οι συγκοινωνίες της Αθήνας μετατράπηκαν σε υγειονομική βόμβα

Όσα διαδραματίστηκαν την περασμένη εβδομάδα με το «θέατρο του παραλόγου» στις συγκοινωνίες της Αθήνας, αποτελούν case study για το τι θα πρέπει να αποφύγει κάθε κυβέρνηση αλλά και συγκοινωνιακός οργανισμός καθώς έχουμε μπει στη νέα πραγματικότητα, προσπαθώντας να ζήσουμε με τον κορωνοϊό.

Κάτω από τη μύτη των υπευθύνων τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς της Αθήνας αφέθηκαν να μετατραπούν σε μέσα διασποράς του ιού, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου κ. Πέτσα, έχοντας προφανώς υπόψη συγκεκριμένα στοιχεία. Αν η κυβερνητική αντίδραση μάς έσωσε στο παρά πέντε, είναι όμως κάτι που μένει να αποδειχθεί, αφού η αποτελεσματικότητα της πύκνωσης των δρομολογίων είναι ακόμα άγνωστη.

Τρεις κατά τη γνώμη μας ήταν οι αιτίες που τα πράγματα έφτασαν σε αυτό το σημείο: η υπερεκτίμηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων που έχουν ληφθεί στις συγκοινωνίες εδώ και μήνες, η κυβερνητική επιλογή της «επιστροφής στην κανονικότητα» που οδήγησε σε χαλάρωση των μέτρων, και το ετήσιο άλυτο πρόβλημα των θερινών δρομολογίων.

Τα μέτρα στις συγκοινωνίες έχουν δύο πυλώνες: την υποχρεωτική χρήση μάσκας και την τήρηση αποστάσεων. Οι επιβάτες, στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν ξεχνούν να φορέσουν τις μάσκες τους (όπως ανακοίνωσε η Τροχαία το Σάββατο, σε 655 ελέγχους σε λεωφορεία βρέθηκαν μόλις 11 επιβάτες χωρίς μάσκα), αν και εξαιρέσεις υπάρχουν, κυρίως από επιβάτες μικρότερης ηλικίας. Οι έλεγχοι όμως μέχρι πρότινος ήταν εντελώς ανεπαρκείς.

Όσον αφορά την τήρηση αποστάσεων μεταξύ των επιβατών, οι σχετικοί κανονισμοί δείχνουν σα να έχουν γραφτεί από άτομα που είτε δεν μετακινούνται με τις συγκοινωνίες, είτε δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα όπως τη ζουν οι επιβάτες. Πώς αλλιώς να δικαιολογηθεί πως το υπουργείο επιμένει στον κανονισμό της μέγιστης χωρητικότητας του 65% και των εναλλάξ κενών καθισμάτων, τη στιγμή που τα δρομολόγια μειώνονται (όχι ότι πριν επαρκούσαν) και υπάρχει αυξανόμενη ανάγκη μετακίνησης λόγω του ανοίγματος της οικονομίας και του τουρισμού; Και πόσο στα σοβαρά παίρνει η κυβέρνηση τους κανονισμούς αυτούς τη στιγμή που μία εβδομάδα πριν ο υπουργός δήλωνε πως ο συνωστισμός στις συγκοινωνίες είναι αναπόφευκτος; Αυτό ακριβώς δεν ήταν το ζητούμενο; Να μη δημιουργείται συνωστισμός.

Και φτάνουμε στο τρίτο πρόβλημα, τα θερινά δρομολόγια που τέθηκαν σε εφαρμογή από τα μέσα Ιουλίου. Πρόκειται για διαχρονικό πρόβλημα το οποίο δεν θα επιλυθεί αν δεν ληφθούν αντιδημοφιλείς, για τους εργαζόμενους, αποφάσεις. Πέρσι το καλοκαίρι, ο υπουργός δήλωσε πως αιτία είναι ο λάθος προγραμματισμός των αδειών από τους συγκοινωνιακούς φορείς. Για ποιο λόγο λοιπόν φέτος δεν υπήρξε προσπάθεια ώστε να μη δοθούν μαζεμένες όλες οι άδειες μέσα στον Αύγουστο αλλά να διαμοιραστούν σε όλη τη θερινή περίοδο ή ακόμα και έξω από αυτή, στο ποσοστό που ήδη επιτρέπει ο νόμος; Ρητορικό το συγκεκριμένο ερώτημα.

Το ερώτημα που ζητά πλέον απάντηση είναι αν οι αποφάσεις που κατόπιν εορτής έλαβαν το υπουργείο και ο ΟΑΣΑ την περασμένη Παρασκευή για πύκνωση των δρομολογίων εντός του Αυγούστου θα δώσουν λύση στο πρόβλημα. Αν και έγινε το λιγότερο που θα μπορούσε να γίνει, φοβόμαστε ότι υπό τις παρούσες συνθήκες τα φαινόμενα συνωστισμού δύσκολα μπορούν να αποφευχθούν. Καταρχάς, η μερική πύκνωση των δρομολογίων ισχύει μόνο για τις εργάσιμες μέρες της παρούσας εβδομάδα και τις δύο τελευταίες εβδομάδες του μήνα, και στην περίπτωση του ΗΣΑΠ, μόνο για τις ώρες αιχμής. Στα λεωφορεία σε εφαρμογή βρίσκεται από σήμερα το «ειδικό πρόγραμμα δρομολογίων» το οποίο σε πολλές περιπτώσεις δεν διαφέρει ιδιαίτερα από το προηγούμενο «Θερινό ΙΙ».

Εν τω μεταξύ ο Σεπτέμβριος, που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα φέρει επιστροφή των χειμερινών δρομολογίων είναι κοντά αλλά και πάλι κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως ακόμα και αυτά τα δρομολόγια θα επαρκούν εφόσον ο αριθμός των οχημάτων και συρμών, αλλά κυρίως ο αριθμός των εργαζόμενων είναι συγκεκριμένος και δεν επιτρέπει κάποια θεαματική βελτίωση. Την ίδια στιγμή, εφόσον η κυβέρνηση επιμένει πως η οικονομία θα συνεχίσει να λειτουργεί σαν να μη συμβαίνει τίποτα, οι ανάγκες μετακίνησης θα παραμείνουν αυξημένες.

Κλείνοντας, θα πρέπει να αναφερθούμε στα αντανακλαστικά που έδειξε το ελληνικό διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την περασμένη εβδομάδα, που οδήγησαν τελικά την κυβέρνηση να κάνει πίσω, παραδέχοντας ότι δημιουργήθηκε σημαντικό πρόβλημα στις συγκοινωνίες της Αθήνας και λαμβάνοντας μέτρα για την άμβλυνσή του.

Θα μας επιτρέψετε ιδιαίτερα, να αναφέρουμε, ευλογώντας τα γένια μας, και τη συμβολή αυτής της ιστοσελίδας καθώς δώσαμε δημοσιότητα και μεγεθύναμε τις δηλώσεις του υπουργού περί του συνωστισμού στις συγκοινωνίες (τη στιγμή που τα θερινά δρομολόγια ήταν πιο αραιά σε σχέση με τα περισινά) καθώς και στην απειλή προστίμου για επιβίβαση σε μισογεμάτα λεωφορεία. Τα σχετικά μας άρθρα αναμεταδόθηκαν από το σύνολο των μεγάλων μέσων (είτε με αναφορά στην πηγή είτε χωρίς), έδωσαν αφορμή σε κόμματα της αντιπολίτευσης να ασκήσουν κριτική και τελικά καθόρισαν τις εξελίξεις.

Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε την εξέλιξη της κατάστασης και το επόμενο διάστημα.