Οι συγκοινωνίες της Αθήνας και η σημασία των δεδομένων

Ποικίλες αντιδράσεις προκάλεσε πριν από μία εβδομάδα η δήλωση του υφυπουργού Υποδομών και Μεταφορών κ. Γιάννη Κεφαλογιάννη σχετικά με το ποσοστό των λεωφορειακών γραμμών στις οποίες παρατηρούνται φαινόμενα συνωστισμού. Σύμφωνα με τον υφυπουργό, «τον Οκτώβριο [του 2020], οι πληρότητες στις ώρες αιχμής το πρωί, ξεπερνούσαν το επιτρεπτό όριο του 65%, μόλις στο 4% με 5% των γραμμών στα λεωφορεία».

Παρόμοια δήλωση είχε κάνει τον περασμένο Φεβρουάριο ο υπουργός Κώστας Καραμανλής αναφέροντας πως «την Τρίτη 2 Φεβρουαρίου καταγράφηκε πληρότητα άνω του 65% μόνο σε 20 δρομολόγια».

Εν τω μεταξύ, ο υπουργός προανήγγειλε πως η προσθήκη 40 τουλάχιστον μεταχειρισμένων λεωφορείων στον στόλο από την Παρασκευή 9 Απριλίου θα έχει ως αποτέλεσμα να πραγματοποιούνται «έως και 30 επιπλέον δρομολόγια ημερησίως» στις γραμμές που θα ενισχυθούν, αν και την πρώτη μέρα τα δεδομένα που παρουσίασε το Athens Transport δείχνουν πως μόνο 2 λεωφορειακές γραμμές είδαν σημαντική ενίσχυση των δρομολογίων τους (με 18 και 13 επιπλέον δρομολόγια αντίστοιχα), ενώ τα επιπλέον δρομολόγια είχαν εξαφανιστεί λίγες μέρες αργότερα.

Εν τω μεταξύ και η πρόσφατη παρουσίαση από το Athens Transport των δεδομένων από τις επικυρώσεις των εισιτηρίων στα μέσα του ΟΑΣΑ το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς έγινε με την επισήμανση πως η πραγματική επιβατική κίνηση είναι σαφώς μεγαλύτερη αφού δεν υπολογίζεται η εισιτηριοδιαφυγή, με πολλούς αναγνώστες να αναφέρουν πως αυτό είναι το μόνο σίγουρο αφού «οι περισσότεροι επιβάτες στα λεωφορεία δεν επικυρώνουν εισιτήριο».

Γίνεται λοιπόν σαφές πως οι συγκοινωνίες της Αθήνας πάσχουν από έλλειψη διαφάνειας γύρω από μία σειρά σημαντικών δεδομένων σχετικά με τη λειτουργία τους, γεγονός που κάνει το κοινό σε μεγάλο βαθμό να μην εμπιστεύεται δεδομένα όταν αυτά ανακοινώνονται από τους πολιτικούς προϊστάμενους του ΟΑΣΑ.

Η ανακοίνωση των δεδομένων σχετικά με τον αριθμό της επικυρώσεων εισιτηρίων (ως “ανοικτά δεδομένα”) ξεκίνησε μόλις στα τέλη της περασμένης χρονιάς ως πρωτοβουλία του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής. Οι συγκοινωνιακοί φορείς όμως έχουν αποδεδειγμένα στην κατοχή τους ένα μεγάλο όγκο δεδομένων ο οποίος για άγνωστο λόγο παραμένει κρυφός και βλέπει το φως της δημοσιότητας κυρίως μέσω επιλεκτικών δηλώσεων ή “διαρροών”.

Πρόκειται για δεδομένα σχετικά με τον πραγματικό αριθμό δρομολογίων που εκτελούνται, τις καθυστερήσεις, τις συχνότητες, τις βάρδιες του προσωπικού, τα διαθέσιμα οχήματα, την επιβατική κίνηση ανά σταθμό, την πληρότητα του κάθε λεωφορείου, η διαφάνεια για τα οποία θα μπορούσε να δώσει μία πλήρη εικόνα για τη λειτουργία των συγκοινωνιών της Αθήνας και να συμβάλει στο χτίσιμο εμπιστοσύνης με το επιβατικό κοινό αλλά και γενικότερα το σύνολο των πολιτών που τις χρηματοδοτούν.

Η επεξεργασία των δεδομένων που ήδη υπάρχουν είναι ένα ακόμα ζήτημα. Το σύστημα της τηλεματικής του ΟΑΣΑ βρίσκεται σε λειτουργία εδώ και περίπου 7 χρόνια και παρέχει ένα μεγάλο όγκο δεδομένων ο οποίος δεν έχει τύχει της προσοχής όσων είναι σε θέση να τα επεξεργαστούν για την εξαγωγή χρήσιμων μεταδεδομένων. (Με εξαίρεση ίσως ερευνητικούς σκοπούς που πολύ σπάνια βλέπουν το φως της δημοσιότητας και μάλλον πολύ σπάνια αξιοποιούνται στην πράξη). Το αποτέλεσμα είναι και πάλι πως το επιβατικό κοινό μένει στο σκοτάδι σχετικά με σημαντικές παραμέτρους της λειτουργίας των συγκοινωνιών.

Η μυστικοπάθεια αυτή κατά βάση πηγάζει στην παραδοσιακή λειτουργία του ελληνικού δημοσίου που δεν αισθάνεται την υποχρέωση για λογοδοσία και διαφάνεια, αλλά σίγουρα έχει και πολιτικές προεκτάσεις, αν κρίνουμε από την επιλογή των πολιτικών να δημοσιοποιούν δεδομένα αποκλειστικά και μόνο για να αποδείξουν ότι παράγουν έργο, συχνά και μέσω συγκρίσεων με άλλα (όχι πάντα ανάλογα) δεδομένα από το παρελθόν.

Αν κάποτε οι ιθύνοντες συνειδητοποιήσουν ότι τα δεδομένα δεν έχουν μοναδικό σκοπό «να μας κάνουν να φανούμε καλοί» αλλά και ότι αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο αποτύπωσης της πραγματικότητας, ίσως κάτι αλλάξει. Το αίτημά μας πάντως είναι διαρκές: δημοσιοποιήστε όλα τα δεδομένα.